Αἵμονος

Αἵμων
eager
masc gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ακαδημία ή Ακαδήμεια — Προάστιο της αρχαίας Αθήνας, στον έξω Κεραμεικό, κοντά στην όχθη του Κηφισού στα νότια του Ιππίου Κολωνού (βλ. λ. Κολωνός). Το όνομά του το πήρε από τον πρώτο του οικιστή, τον ήρωα Ακάδημο (ή Εκάδημο). Η Α. ήταν ιερό άλσος, που το τείχισε τον 6ο… …   Dictionary of Greek

  • PYRRHAEA — quae et Pyrrha, Thessalia sic dicta, a Pyrrha Deucalionis uxore. Strabo ad calcem libri noni: Καθόλου δ᾿ ὅτι πρότερον ἐκαλεῖτο Πυῤῥία ἀπὸ τῆς Δευκαλίωνοςγυναικός. Rhianus, devariis Thes saliae appellationibus: Πυῤῥαν δή ποτε τήν γε παλαιότεροι… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.